Ο Μάγος με την Πράσινη Βαλίτσα - page 1

Νίκος Φουρτούνας , Ε’ Δημοτικού 27
ο
Δημοτικό Σχολείο Λάρισας
13ος Πανελλήνιος Διαγωνισμός Παραμυθιού
“Ο Μάγος με την Πράσινη Βαλίτσα ”
Ήταν μια φορά ένας Άνθρωπος που έλεγε ότι ήταν Μάγος. Όπου και αν πήγαινα έφερνε πάντοτε μαζί του μια
τεράστια πράσινη βαλίτσα. Όταν τον ρωτούσαν τι έχει μέσα στη βαλίτσα, έπαιρνε ένα μυστηριώδες ύφος και έλεγε:
“Μην αναρωτιέστε τι έχει η μαγική βαλίτσα μου, μόνο πείτε τι χρειάζεστε για να γίνεται ευτυχισμένοι”. O “μάγος”
κ. Μαναξιάδης επειδή ήταν πάντα μόνος, έφτασε μετά από πολλές μέρες ταξιδιού σε ένα ξεχωριστό χωριό, το
Κατσουφοχωριό. Μόνη του περιουσία ήταν η πράσινη βαλίτσα και ένα κάρο που έσερνε ο Ευτύχης, το γαϊδουράκι
του. Ο κ. Μοναξιάδης όταν έφτασε στο χωριό παρατήρησε ότι όλοι ήταν κατσούφηδες και έβαλε σκοπό να τους
κάνει όλους ευτυχισμένους και χαμογελαστούς. Έτσι έφτιαξε ένα ξύλινο σπιτάκι κοντά στο γκρίζο ποτάμι.
Το ποτάμι αυτό δεν ήταν ένα συνηθισμένο ποτάμι….. Ποτέ δεν ήταν ήρεμο, τα νερά του κυλούσαν μια προς τα
πάνω και μια προς τα κάτω και έμεναν εκεί δηλητηριώδη και τερατόμορφα ψάρια.
Ωστόσο ούτε το χωριό δεν έμοιαζε με άλλα χωριά που είχε επισκεφτεί ο κ. Μοναξιάδης. Συγκεκριμένα οι
πεδιάδες αντί για πράσινα χορτάρια καλύπτονταν από μαύρες τσουκνίδες και γαϊδουράγκαθα. Ο ουρανός ήταν
πάντα γκρίζος, ποτέ δεν έβγαινε ο ήλιος και έβρεχε ασταμάτητα. Τα ζώα ήταν όλα άγρια και με το κεφάλι τους
κατεβασμένο και επιτίθονταν σε όποιον επισκεπτόταν αυτό το θλιβερό χωριό. Βέβαια, όλα αυτά οφείλονταν στον
κακό βασιλιά του Σκότους που έμενε στο βάθος του χωριού σε ένα καταραμένο και μυστηριώδη πύργο που τον
περιτριγύριζαν μαύρα κοράκια. Ο βασιλιάς του σκότους Κακουμέλ ευθυνόταν για τη θλίψη που έπνιγε το χωριό.
Ήταν τόσο κακός που ήθελε όλοι να ζουν δυστυχισμένοι, όπως αυτός, τους είχε κάνει μάγια να είναι πάντα
κατσουφιασμένοι και τους είχε καταδικάσει να τον υπηρετούν για πάντα. Αυτό ήταν το μυστικό που το χωριό ήταν
τόσο αφιλόξενο. Όμως δεν ήταν το μόνο…..
Ο κ. Μοναξιάδης έκρυβε και αυτός ένα μεγάλο μυστικό που τον ανάγκαζε να περιπλανιέται από πόλη σε πόλη
και από χωριό σε χωριό….
Ο ερχομός του κ. Μοναξιάδη στο χωριό έφερε τα πάνω κάτω. Οι χωριανοί δεν ήθελαν ξένους στο χωριό τους.
Αρκεί να σας πω, πως όποιος ξένος ερχόταν στο χωριό έκαναν ότι περνούσε από το χέρι τους για να τον διώξουν.
Έτσι έγινε και αυτή τη φορά. Οι κάτοικοι του Κατσουφοχωριού είχαν παρατήσει όλες τις δουλειές τους και
σκαρφίζονταν τρόπους για να διώξουν τον κ. Μοναξιάδη. Βέβαια όλα ήταν επιθυμία του κάκιστρου του Κακουμέλ,
πράγμα πολύ λογικό γιατί αυτός τους έκανε τι ήθελε.
Για πολλές μέρες ο καημένος ο κ. Μοναξιάδης δεν μπορούσε να βρει ησυχία. Τον έβριζαν, τον έδιωχναν, τον
πετροβολούσαν, τον άφηναν να μείνει νηστικός και να πεθάνει από την πείνα. Για να καταλάβετε όταν πέρναγε έξω
από το φούρνο ο φούρναρης του έκλεινε την πόρτα, το ίδιο γινόταν και με τον μπακάλη και με τον μανάβη. Όλα
αυτά τον έκαναν να απογοητευτεί. Ποτέ και πουθενά δεν είχε ξανασυναντήσει τέτοιους ανθρώπους. Ήταν
απελπισμένος…..
Ένα βράδυ καθόταν μέσα στην φτωχική του καλύβα και σκεφτόταν τι πρέπει να κάνει: “Μα δε μπορεί να είμαι τόσο
ανεπιθύμητος, τι τους έκανα και δεν θέλουν ούτε να με δουν; Τι θα απογίνω τώρα που θα πάω ο καημένος!” Εκεί
λοιπόν που καθόταν στην πολυθρόνα δίπλα από το τζάκι και είχε χαθεί στη σκέψη του άκουσε κάτι σαν
1 2,3
Powered by FlippingBook