Λίο, ο Σοφός Μάγος - page 1

Άννα-Μαρία Μιμίδη, ΣΤ’Δημοτικού, 2
ο
Δημοτικό Σχολείο Θέρμης
13oς Πανελλήνιος Διαγωνισμός Παραμυθιού
Λίο, ο Σοφός Μάγος
Ήταν μια φορά ένας Άνθρωπος που έλεγε ότι ήταν Μάγος. Όπου κι αν πήγαινε έφερνε πάντοτε μαζί του μια
τεράστια πράσινη βαλίτσα. Όταν τον ρωτούσαν τι έχει μέσα η βαλίτσα, έπαιρνε ένα μυστηριώδες ύφος και
συνέχιζε τον δρόμο του βιαστικά. Μια μέρα, ένας περαστικός τον ρώτησε:
-“Πού πηγαίνεις;”
Εκείνος, χωρίς να απαντήσει, συνέχισε να περπατάει. Ο περαστικός δεν έδωσε σημασία και σταμάτησε σε
έναν καφενέ να ξαποστάσει. Ένας ξένος ήρθε και κάθισε δίπλα του. Ο περαστικός τον ρώτησε:
-“Πώς σε λένε;”
Κι εκείνος απάντησε:
-“Εσένα πώς σε λένε:”
-“Εγώ ονομάζομαι Τιμ κι εσύ ποιος είσαι:”
Ο ξένος του είπε:
-“Δεν έχει σημασία αλλά κράτα την συμβουλή μου, φύγε από το χωριό όσο είναι νωρίς.”
O Τιμ, χωρίς να απαντήσει, επέστρεφε στο σπίτι του και σκέφτηκε ότι ίσως σε αυτό το θέμα να ήταν
μπλεγμένος, ο άνθρωπος με την πράσινη βαλίτσα. Μίλησε με την γυναίκα του την Αμέλια και την επόμενη
ημέρα, άφησαν τα παιδιά στη γιαγιά τους για να τα φροντίσει μέχρι να επιστρέψουν. Η Αμέλια μαζί με τον
Τιμ, ρώτησαν για πληροφορίες, μια μάγισσα. Η μάγισσα τους είπε ότι το όνομα του ήταν Σέντρικ και ότι ο
σκοπός του ήταν να σκορπίσει κακό σε όλο τον κόσμο. Ο Τιμ ρώτησε πώς θα μπορούσαν να τον
σκοτώσουν και η μάγισσα τους απάντησε ότι ο Σέντρικ είχε χωρίσει τη ζωή του ανάμεσα σε τρία
αντικείμενα.
Το πρώτο ήταν το χρυσό μήλο στην χώρα των ζαχαρωτών, το δεύτερο ήταν το πουλί της φωτιάς στο
ηφαίστειο και το τρίτο ήταν ο ασημένιος καθρέφτης στην βυθισμένη Ατλαντίδα. Το ζευγάρι ευχαρίστησε
την μάγισσα αλλά αυτό που έπρεπε να κάνει, ήταν να βρει έναν άνθρωπο όπου να ξέρει τον δρόμο.
Ο Τιμ ήξερε έναν σοφό μάγο, τον Λίο. Αφού τον συνάντησαν σε ένα παλιό, ξύλινο σπίτι, τον ρώτησαν αν
θα μπορούσε να τους δείξει τον δρόμο. Ο Λίο τους απάντησε ότι θα τους έδειχνε τον δρόμο αλλά θα έκανα
ένα διαγωνισμό για το ποιος θα πει το μεγαλύτερο ψέμα. Ο Τιμ συμφώνησε και είπε στον Λίο να ξεκινήσει
πρώτος και ο Λίο ξεκίνησε να διηγείται την ιστορία του:
“Ήμουν σε ένα μέρος όπου δεν υπήρχε χρόνος, δεν ήξερα πού βρισκόμουν κι ένιωθα περίεργα. Ξαφνικά
ένα αγοράκι ήρθε δίπλα μου και μου πρότεινε να παίξουμε κρυφτό με πασχαλίτσες και λουλούδια.”
Η Αμέλια πήγε να ρωτήσει πώς γίνεται να παίξει κάποιος κρυφτό με ζουζούνια αλλά θυμήθηκε το παιχνίδι
με τις πασχαλίτσες.
“ Εγώ συμφώνησα να παίξω σε αυτό το παιχνίδι αλλά κάτι άλλο μου απέσπασε την προσοχή. Πέντε
αγοράκια, με φτερά αγγέλου, έκαναν τσουλήθρα πάνω σε ένα ουράνιο τόξο όπου οι άκρες τελείωναν μέσα
σε δύο βαρέλια με χρυσάφι. Πήγα να κλέψω λίγο αλλά ένας ιερέας κατευθύνθηκε προς το μέρος μου κι
απαίτησε να αφήσω κάτω το χρυσάφι και να φύγω. Εγώ έφυγα, εκτελώντας τις εντολές του και καθώς
προχωρούσα, βρήκα μια πόρτα την άνοιξα και βρέθηκα σε μια πόλη από μολύβια. Μέχρι και οι άνθρωποι
που κατοικούσαν εκεί ήταν από μολύβια. Μάλιστα, ένας μολυβοάνθρωπος με είδε που ήμουν μόνος και για
να μην αισθάνομαι άσχημα, με προσκάλεσε σπίτι του και με σύστησε στην οικογένεια του. Ήταν όλοι
καλόκαρδοι κι ευγενικοί.”
Ο Λίο απευθύνθηκε στον Τιμ και του είπε ότι τελείωσε το παραμύθι του και ότι ήταν η σειρά του να
διηγηθεί τη δική του ιστορία και ο Τιμ ξεκίνησε:
“ Μια μέρα, χωρίς να κάνω τίποτα, βρέθηκα στην θάλασσα και από τη μέση και κάτω είχα ουρά ψαριού.
Υπήρχαν και άλλοι σαν κι εμένα. Ήμουν κουρασμένος και διψούσα. Για καλή μου τύχη, λίγο πιο κάτω
υπήρχε ένα πηγάδι, πλησίασα, αλλά έλειπε ο κουβάς έτσι κι εγώ έκοψα το κεφάλι μου, το έδεσα με το
σχοινί και άρχισα να πίνω νερό. Όταν ξεδίψασα άρχισα να αναρωτιέμαι για το πού θα έβρισκα τους φίλους
1 2,3,4
Powered by FlippingBook